Τα Κολλέγια ως…. « φύλλο συκής» στον πολιτικό διάλογο

Δείτε το άρθρο στην ιστοσελίδα του Πρώτου Θέματος

ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ 18-03-2020

Μαρία Α. Μιμίκου

Τα Κολλέγια ως…. « φύλλο συκής» στον πολιτικό διάλογο

Η κυβέρνηση έφερε πρόσφατα και εντελώς αιφνιδιαστικά στη Βουλή νομοθετική διάταξη, που ψηφίστηκε με μικρή πλειοψηφία, με βάση την οποία οι απόφοιτοι των κολλεγίων – παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων, όχι μόνον της ΕΕ αλλά και εκτός αυτής, θα μπορούν να δίνουν εξετάσεις στο ΑΣΕΠ και να προσλαμβάνονται στην εκπαίδευση, ισότιμα με τους αποφοίτους των παιδαγωγικών σχολών των ελληνικών πανεπιστημίων.

Η διάταξη αυτή στην ουσία αναγνωρίζει επαγγελματικά δικαιώματα σε αποφοίτους ιδρυμάτων που δεν έχουν προηγούμενη ακαδημαϊκή ισοτιμία.

Η ισοτιμία αυτή επιχειρείται αρκετά χρόνια τώρα να αποκτηθεί μέσω της «πλαγίας οδού», της αναγνώρισης δηλαδή από τον Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ) πτυχίων των πανεπιστημίων της αλλοδαπής, με τα οποία συνεργάζονται ως παραρτήματα.

Εκτός των τυπικών θεμάτων που σχετίζονται με το άρθρο 16 του συντάγματος για την απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών Πανεπιστημίων, μερικοί από τους ουσιαστικούς λόγους μη απόδοσης ακαδημαϊκής ισοτιμίας στα Ιδρύματα αυτά είναι η διάρκεια των σπουδών, τα απαιτούμενα προσόντα για το διδακτικό προσωπικό που δεν περιλαμβάνουν υποχρεωτικά την ύπαρξη διδακτορικού τίτλου και η έλλειψη ελέγχου των υποδομών και των προγραμμάτων σπουδών. Ωστόσο, η νομοθετική διάταξη που ψηφίσθηκε δεν προβλέπει κάποιον έλεγχο ή αξιολόγηση πριν την εφαρμογή της, ούτε αυστηροποίηση των κριτηρίων εξέτασης από τον ΑΣΕΠ!

Τεκμηριωμένη άποψη για τα ελληνικά κολλέγια που λειτουργούν ως παραρτήματα πανεπιστημίων της αλλοδαπής απέκτησα ως μέλος του ΔΣ του ΔΟΑΤΑΠ, υπεύθυνη για τον κλάδο των μηχανικών. Τα ιδρύματα αυτά δεν έχουν μέχρι σήμερα υποβληθεί σε οποιαδήποτε σοβαρή ακαδημαϊκή αξιολόγηση και σίγουρα δεν μπορεί να τεκμηριωθεί μια ουσιαστική και ποιοτική πανεπιστημιακή ισοτιμία τους. Αυτό βέβαια θα έπρεπε να είναι ένα αναγκαίο και υποχρεωτικό βήμα πριν τους επιτραπεί η λειτουργία τους ως παραρτήματα πανεπιστημίων του εξωτερικού.

Το γιατί δεν έγινε αυτό το αυτονόητο θα πρέπει να αναζητηθεί αφενός στην προχειρότητα και μικροπολιτική σκοπιμότητα με την οποία οι εκάστοτε αρμόδιοι αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση διαχρονικά στην χώρα και αφετέρου στην άκρατη εμπορευματοποίηση που έχει επικρατήσει σε πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού. Τη νοοτροπία αυτή των εγχώριων αρχών την είδαμε και στην πρόσφατη μαζική «πανεπιστημιοποίηση» όλων σχεδόν των τεχνολογικών ιδρυμάτων (ΤΕΙ) χωρίς καμία προηγούμενη αξιολόγηση. Δεν μένει κανένα περιθώριο αμφιβολίας ότι στη χώρα μας υπήρξε εκ μέρους των αρμοδίων συνειδητή άρνηση υιοθέτησης και εφαρμογής στην πράξη διεθνώς αποδεκτών κανόνων και σταθερών συστημάτων αναφοράς στην εκπαίδευση.

Με αυτό το καθεστώς, η τελευταία γίνεται ευάλωτη και προσφέρει προνομιακό πεδίο άσκησης μικροκομματικής πολιτικής και ψηφοθηρίας.

Στον πολιτικό διάλογο που ακολούθησε την απόφαση να αναγνωρισθεί επαγγελματική ισοτιμία στα κολλέγια αυτά, τα επιχειρήματα που ακούστηκαν περισσότερο μοιάζουν με … «φύλλα συκής» που αποκρύπτουν τη γύμνια της πραγματικότητας. Οι υποστηρίζοντες βασίζονται στη συνεχιζόμενη πίεση των ευρωπαϊκών οργάνων για την αναγνώριση και την υποχρέωση συμμόρφωσης, παρακάμπτοντας την υποχρέωσή τους να αξιολογήσουν πρώτα τα κολλέγια αυτά με διεθνή κριτήρια, μια «παράλειψη» του παρελθόντος που όμως δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για να συνεχίζεται. Οι διαφωνούντες πάλι έχουν κύρια επιχειρήματα την παράκαμψη του άρθρου 16 του συντάγματος και την εμπορευματοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης. Σε μια όμως δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα το άρθρο 16 δεν θα έπρεπε να συνεχίσει να υπάρχει.

Το σωστό είναι η προστασία της ανώτατης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης να μην προέρχεται από απαγορεύσεις, αλλά από την εγκαθίδρυση ενός υγιούς συστήματος αξιοκρατικής εκτίμησης και ανάλογης διαστρωμάτωσης της παρεχόμενης εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες. Η ίδρυση ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης είναι απαραίτητο να ακολουθήσει τον ίδιο ακριβώς δρόμο, αφού βέβαια πρωτίστως εξυγιανθεί η δημόσια που αυτή την στιγμή βιώνει την χειρότερη φάση ισοπέδωσης στην ιστορία της.

Ο πολιτικός διάλογος στη χώρα μας είναι συχνά απογοητευτικός, ιδιαίτερα όταν γίνεται για κομματικά οφέλη και όχι για το εθνικό συμφέρον. Το ζήσαμε στη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, όπου η «αντιμνημονιακοί φιλιππικοί» της εκάστοτε αντιπολίτευσης οδήγησαν τελικά στη σκληρότερη δυνατή εφαρμογή των μνημονίων που συνέθλιψαν τις υγιείς κοινωνικές τάξεις και την ανάπτυξη αλλά δεν έλυσαν τις παθογένειες που οδήγησαν στην κρίση, π.χ. έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού, φοροδιαφυγή, κλπ. Η πολιτική συζήτηση σχετικά με την αναγνώριση επαγγελματικής ισοτιμίας των κολλεγίων παρακάμπτει το πραγματικό πρόβλημα που είναι η παράλειψη προηγούμενης σοβαρής ακαδημαϊκής αξιολόγησης.

Διαπιστώνεται για άλλη μια φορά ότι δεν υπάρχει ένα σταθερό σύστημα θεσμικής προστασίας της αξιοκρατίας, το οποίο είναι απαραίτητο όχι μόνο στην εκπαίδευση, αλλά σε όλους τους κοινωνικούς και παραγωγικούς τομείς. Γιατί η αξία δεν αρκεί να παράγεται μόνο, αλλά είναι απαραίτητο να προστατεύεται κιόλας για να μπορέσει να ξεχωρίσει και να αναδειχθεί, ώστε με τη σειρά της να στηρίξει την οικοδόμηση μιας υγιούς ανάπτυξης.

* Η Μαρία Μιμίκου είναι Ομότιμη Καθηγήτρια στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του EMΠ